13/02/2018 - "Τραγωδικός φανατισμός"- Χρ. Γιανναράς

    Αθήνα, 13/02/2018

    ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
      

    Αναδημοσιεύουμε από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής 11/02/2018, άλλο ένα εκπληκτικό άρθρο του Χρ. Γιανναρά με τίτλο : «Τραγωδικός φανατισμός», για όσους ακόμα σκέφτονται.
    Τραγωδικός φανατισμός - Χρ. Γιανναράς
    Οι Ελληνες φανατιζόμαστε εύκολα. Η ρομαντική εξήγηση γι’ αυτό είναι η βεβαιότητα, από τα αρχαία κιόλας χρόνια, ότι τη συναρπαστική ομορφιά του ελληνικού τοπίου, φωτός, κλίματος, την οφείλουμε στην παρουσία θεών – «πάντα πλήρη θεών είναι». Η αδιάκοπη συνύπαρξη με την ομορφιά, δηλαδή με τους θεούς, μας καθιστά ένθεους, θεόληπτους (στα λατινικά fanaticos, από το fanum: τόπος ιερός).
    Η απομυθοποιημένη, ψυχολογική ερμηνεία σήμερα βεβαιώνει ότι φανατικούς μάς καθιστά η ανασφάλεια. Η επιβίωσή μας στην ελλαδική κοινωνία είναι αβέβαιη, όλα εκκρεμή, επισφαλή, ευπρόσβλητα, κινδυνώδη. Εχουμε ανάγκη, ασυνείδητη αλλά επιτακτική, κάπου να ασφαλιστούμε, να γαντζωθούμε από κάτι σίγουρο, ισχυρό, δυσμετάβλητο – να «ανήκουμε» σε μια συλλογικότητα, σε ένα άθροισμα πολλών, σε κάποια πίστη ή θαυμασμό ή επιδίωξη που συσπειρώνει ανθρώπους και τους συνεγείρει.
    Οι Ελληνες φανατιζόμαστε εύκολα. Η ρομαντική εξήγηση γι’ αυτό είναι η βεβαιότητα, από τα αρχαία κιόλας χρόνια, ότι τη συναρπαστική ομορφιά του ελληνικού τοπίου, φωτός, κλίματος, την οφείλουμε στην παρουσία θεών – «πάντα πλήρη θεών είναι». Η αδιάκοπη συνύπαρξη με την ομορφιά, δηλαδή με τους θεούς, μας καθιστά ένθεους, θεόληπτους (στα λατινικά fanaticos, από το fanum: τόπος ιερός).
    Η απομυθοποιημένη, ψυχολογική ερμηνεία σήμερα βεβαιώνει ότι φανατικούς μάς καθιστά η ανασφάλεια. Η επιβίωσή μας στην ελλαδική κοινωνία είναι αβέβαιη, όλα εκκρεμή, επισφαλή, ευπρόσβλητα, κινδυνώδη. Εχουμε ανάγκη, ασυνείδητη αλλά επιτακτική, κάπου να ασφαλιστούμε, να γαντζωθούμε από κάτι σίγουρο, ισχυρό, δυσμετάβλητο – να «ανήκουμε» σε μια συλλογικότητα, σε ένα άθροισμα πολλών, σε κάποια πίστη ή θαυμασμό ή επιδίωξη που συσπειρώνει ανθρώπους και τους συνεγείρει.
    Αν η ανασφάλεια γεννιέται από ατομικά μειονεκτήματα φυσικά ή οικογενειακές καταβολές δύσκολες ή συγκυριακές ατυχίες και αντιξοότητες, τότε ο φανατισμός (η τυφλή προσκόλληση) θα επενδυθεί σε συσπειρώσεις μάλλον απλοϊκές, συχνά αφελείς ή και μικρονοϊκές: Προσκόλληση, μέχρι σημείου μονομανίας, σε ποδοσφαιρική ομάδα ή στη θρησκοληψία ή σε κομματικό ποιμνιοστάσιο ή σε ψυχαναγκαστική εξάρτηση από το Facebook ή στη λατρεία «λαϊκών» τραγουδιστών ή σε νυχθήμερη εξάρτηση από το τηλεοπτικό θέαμα κ.ά.α.
    Αν η ανασφάλεια γεννιέται από ευρύτερα κοινωνικά συμπτώματα «κρίσης» χρεοκοπίας, διαφθοράς του πολιτικού συστήματος, παράλυσης του κρατικού μηχανισμού, εξευτελιστικής επιτρόπευσης της χώρας, τότε ο φανατισμός θα επενδυθεί στις ίδιες μάλλον καταφυγές, αλλά ψυχολογικά θωρακισμένες επιμελέστερα με αξιωματικές αποφάνσεις και εγωιστικό πείσμα. Θα τολμούσε κανείς τον ισχυρισμό (συναγόμενον από την καθημερινή παρατήρηση) ότι όσο πιο «μορφωμένος» είναι ο Ελλαδίτης σήμερα τόσο πιο φανατικά προσκολλημένος σε «βεβαιότητες», «πεποιθήσεις» και «πληροφορίες» γεννήματα της ψυχολογικής του ανάγκης. Είναι απίστευτο πόσο «πρωτόγονα» ο Ελλαδίτης σήμερα ταυτίζει την υπεράσπιση των πολιτικών του επιλογών με την εγωιστική του αυτοάμυνα, τον ναρκισσισμό του.
    Μοιάζει πρωτόγονος ο φανατισμός αυτής της αυτοάμυνας, γιατί είναι τυφλός και καταργεί τη μνήμη. Αν ήταν όμως να αποδώσουμε ευθύνες, θα λέγαμε ότι για τον πολιτικό πρωτογονισμό και την πολιτική αμνησία ένοχος δεν είναι τόσο ο πολίτης όσο οι θεσμοί, η μεθοδική αχρήστευση της λειτουργίας τους. Το γεγονός λ.χ. ότι βρίσκονται «νομίμως» στο Κοινοβούλιο κόμματα που στο καταστατικό τους δηλώνουν απερίφραστα την αντίθεσή τους στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, το γεγονός ότι οι ελλαδικές κυβερνήσεις υπογράφουν «μνημόνια» που η τήρησή τους διέπεται και ερμηνεύεται σύμφωνα με το Αγγλικό μόνο Δίκαιο, το γεγονός ότι είναι αυτονόητη στην Ελλάδα η ατιμωρησία των επαγγελματιών της πολιτικής ακόμα και για φρικώδη οικονομικά και διαχειριστικά εγκλήματα (υπερδανεισμός, ασύδοτες προσλήψεις στο Δημόσιο, κατάργηση ελέγχου και αξιολόγησης των δημόσιων λειτουργών), ένας τέτοιος κρατικοποιημένος αμοραλισμός εμπεδώνει αυτονόητα τον πολιτικό πρωτογονισμό και τον φανατισμό ως αυτοάμυνα.
    Πρωτογονισμός και αμνησία συντηρούν και τρέφουν τον φανατισμό των Ελλαδιτών. Σχεδόν κάθε φορά στις εκλογές, η φράση που κυριαρχεί στα χείλη είναι: «Να φύγει ο τωρινός, κι ας έρθει ο οποιοσδήποτε». Ξεχνάμε ότι ο σημερινός «οποιοσδήποτε» είναι ο χθεσινός «τωρινός», που τον αποπέμψαμε «μετά βδελυγμίας» για να καταστήσουμε «τωρινό» τον τότε «οποιονδήποτε». Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο πιο αδίστακτος (γι’ αυτό και πιο καταστροφικός) φανατισμός είναι αυτός του απογοητευμένου πολίτη, ο φανατισμός της αηδίας.
    Αηδία, σιχασιά για τον πρωτογονισμό της πολιτικής μας πραγματικότητας, αλλά και πικρία, οδύνη ανυπόφορη. Σχεδόν κάθε μέρα και κάποιο γεγονός επιτείνει τη ρήξη του πολίτη με την πολιτική, τον φανατισμό της προσκόλλησης σε μια πολωτική αντίθεση, που μπορεί ίσως να παρηγορεί εφήμερα τον θυμό, αλλά καταστρέφει όλο και πιο ανεπανόρθωτα την κοινωνική συνοχή. Δεν υπάρχει ομαδικός βασανισμός που να συνθλίβει πιο εξουθενωτικά τον ψυχισμό των ανθρώπων, από το να παγιδεύονται, εκατοντάδες χιλιάδες κάτοικοι μιας πρωτεύουσας πολεοδομικής τερατουργίας, για ώρες ολόκληρες, μέσα σε λεωφορεία, υπόγειους σιδηρόδρομους ή στα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα, επειδή η κυβέρνηση ξεναγεί στα αξιοθέατα τον πρόεδρο ή πρωθυπουργό ή αξιωματούχο της τάδε ή δείνα χώρας. Και να επαναλαμβάνεται αυτή η κόλαση, κάθε τρεις και λίγο, προκειμένου να ψηφοθηρήσει και επιδειχθεί η θλιβερή μετριότητα του δημάρχου με εικονικούς «μαραθώνιους», ποδηλατικούς «γύρους» της πόλης ή άλλη δημαρχιακή, σαδιστική έμπνευση.
    Είμαστε φανατικοί οι Ελληνες: ή υπερασπιστές της μικρόνοιας και του πρωτογονισμού των κομμάτων ή καταγγέλτες, αλλά με τον φανατισμό του ανήμπορου, που μόνο πάσχει και οδυνάται μέχρι τρέλας, χωρίς να τελεσφορεί. Ωστόσο, ακόμα και με κόστος μη μετρήσιμης οδύνης, ο τραγωδικός αυτός φανατισμός θα μπορούσε να συνεχίσει να επιβιώνει σαν έμμεση παραπομπή στην ταυτότητα του Ελληνισμού: την «γιγαντομαχίαν περί της ουσίας». Θα μπορούσε, αν παράπλευρα σωζόταν η ελληνικότητα ως γλώσσα, η ελληνικότητα ως ιστορική συνείδηση, η ελληνικότητα ως λαϊκό σώμα ενορίας: συλλογικότητα με άξονα «νοήματος» της ύπαρξης. Αυτές οι τρεις προϋποθέσεις χάνονται ή έχουν πια χαθεί, νομοτελειακά θα έχουν αποσβεσθεί σε ελάχιστα χρόνια.
    Με φανατισμό θα προσθέσω: Συμβολοποιημένα ονόματα, όπως Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, θα μείνουν στους αιώνες σαν αφοδευτήρια της πανανθρώπινης αηδίας, οργής και κατάρας, για το έγκλημά τους να αφελληνίσουν τον Ελληνισμό ύστερα από τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορίας.

    BANNER PRIVACY

    Τελευταία νέα

    Βρείτε μας στο Facebook